ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Λαική Σοφία



Φράσεις με «Λαϊκή Σοφία» που χρησιμοποιούμε - ακούμε - διαβάζουμε συχνά και δεν γνωρίζουμε την πραγματική προέλευση τους ή την ιστορική διαδρομή τους μέχρι σήμερα. Μία σελίδα «μάνα εξ ουρανού» στην περιέργεια και στις εγκυκλοπαιδικές μας γνώσεις.

Τα πε χαρτί και καλαμάρι

Θέλει να πει πως κάποιος σαν άκουσε κάτι, έπιασε και το έγραψε στο χαρτί και το μετάδωσε με κάθε λεπτομέρεια. Η φράση αυτή είναι πολύ παλιά. Από το Δ κιόλας αιώνα μ.Χ. ο συγγραφέας από την Ελενούπολη Παλλάδιος, γράφει : «τα λεχθέντα ων έναυλον έχων την μνήμην ίσως και γραφή παραδώσω εν δέρματι ακμαίω μέλανι εγχαράξας εις μνήμην της ημών γενεάς». Αλλά πιο παραστατικά το γράφει στον Ζ αιώνα και ο Λεόντιος από τη Νεάπολη στην αφήγηση του βίου του ’ι-Γιάννη του Ελεήμονα: «ητησάμην ουν ευθέως χαρτίν και καλαμάριν και τα λεγόμενα κατ’ έπος ςσημειούμην». Αλλά και πολύ μεταγενέστερα συναντάμε τη φράση στο ποίημα «Περί όνου, λύκου και αλεπούς». «Ευθύς ο λύκος έπιασε χαρτί και καλαμάρι, γαϊδάρου τα αμαρτήματα εγγράφως για να πάρει».

Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος

Την εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρχε στην Αθήνα ένας απαίσιος Αλβανός, ου γύριζε στα διάφορα σπίτια των Χριστιανών και μάζευε τον καθιερωμένο κεφαλικό φόρο. Ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή. Ήταν δύο μέτρα περίπου ψηλός και το άγριο πρόσωπο του ήταν κατάμαυρο και βλογιοκομμένο. Οι Έλληνες, μόνο που τον έβλεπαν, τους κοβόταν η ανάσα. Ο λόρδος Βύρωνας που τον γνώρισε από κοντά, γράφει ότι έμοιαζε σαν δαίμονας, που ξεπήδησε από την κόλαση κι ότι τα παιδιά πάθαιναν ίλιγγο τρόμου, όταν τον αντίκριζαν, ξαφνικά μπροστά τους. Ο Κιουλάκ Βογιατζή κρατούσε πάντοτε στα χέρια του ένα κοντόχοντρο κόπανο και με αυτόν απειλούσε τους Χριστιανούς. Έλεγε, δηλαδή ότι θα τους σπάσει το κεφάλι, αν δεν του έδιναν μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, όπως απαιτούσε ο κεφαλικός φόρος κάθε έξι μήνες. Ο Αλβανός, όμως αυτός ήταν τόσο κουτός, ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα διάφορα νομίσματα της εποχής εκείνης. Έτσι,, πολλοί Έλληνες που δεν είχαν να πληρώσουν, του έδιναν μερικές μπρούτζινες δεκάρες, που τις γυάλιζαν προηγούμενα, για να φαίνονται χρυσές και τον ξαπόστελναν. Από τότε, λοιπόν, έμεινε η φράση που τη λέμε, συνήθως για τους ελαφρόμυαλους. Μπογιατζής δεν ήταν άλλος από το Κιουλάκ Βογιατζή με τον κόπανο του.

Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου

Ο Παντελής Αστραπογιαννάκης ήταν Κρητικός. Όταν οι Ενετοί κυρίεψαν τη Μεγαλόνησο, πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους. Για να δίνει, ωστόσο κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη. Με το σήμερα, όμως και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε. Οι Κρητικοί άρχισαν να απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως δεν τα πίστευαν πια. Όταν λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν : «ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου.»

Στρογγυλοκάθισε

Για τους ενοχλητικούς επισκέπτες, για εκείνους που έρχονται σε ακατάλληλη ώρα και αργούν να φύγουν, λέμε τη φράση ότι εστρογγυλοκάθισε. Η έκφραση αυτή βγαίνει από τους ανατολικούς σοφράδες, στρογγυλά μαλακά καθίσματα, που τα ακουμπάνε στο πάτωμα και τρώνε πάνω επίσης σε χαμηλά και στρογγυλά τραπεζάκια. Έπρεπε δε να είναι στρογγυλά τα τραπεζάκια αυτά, γιατί αυτοί που θα τρώγανε , καθόντουσαν γύρω γύρω και έτσι η απόσταση τους από τη λεκάνη με το φαγητό, που ήταν στη μέση του σοφρά, ήταν ίδια σε όλους. Εστρογγυλοκάθισε λοιπόν ο επισκέπτης, στην αρχή σήμαινε ότι κάθισε γύρω από το στρογγυλό σοφρά και επειδή ο σοφράς είχε του κόσμου τα φαγητά, συμφέρον του ήταν να στρογγυλοκαθίσει και να αργήσει την αναχώρηση του.

Να' χεις τα μάτια σου δεκατέσσερα

Οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι, ορισμένοι άνθρωποι είχαν το χάρισμα να βλέπουν όχι μόνο με τα μάτια τους, αλλά και με άλλα μέλη του σώματος τους. Στη βυζαντινή ιστορία αναφέρονται πολλά τέτοια άτομα, που έδιναν παραστάσεις μπροστά στους αυτοκράτορες και στους άρχοντες της βασιλεύουσας. Για παράδειγμα ο ιστορικός Γρηγοράς αναφέρει για κάποιον Κρονίδη από την Αντιόχεια, που έβλεπε από δεκατέσσερα μέρη του σώματος του. Του έδεναν τα μάτια και ωστόσο μπορούσε να διαβάσει ένα κλειστό γράμμα. ’λλοι, θέλουν να λένε ότι η έκφραση είναι κοινή και προέρχεται από την προτροπή που κάνει κάποιος, ώστε ο άλλος να προσέξει. Και του λέει : Να' χεις τα μάτια σου δεκατέσσερα και του απαντάει Τέσσερα; δεκατέσσερα, δηλαδή, ακόμα πιο πολύ θα προσέξω.

Ο ένας λέει το μακρύ του και ο άλλος το κοντό του

Αυτή τη φράση τη λέμε για δύο πρόσωπα που δεν μπορούνε να συμφωνήσουν, να αποφασίσουν και προέρχεται από τα παιδικά παιχνίδια. Πολλές φορές τα παιδιά όταν παίζουν κρυφτό ή κυνηγητό, προκειμένου να αποφασίσουν ποιος θα τα κάνει, παίρνουν δύο ξυλαράκια διαφορετικού μήκους το κάθενα και αυτός που τα κρατάει, τα δείχνει στους άλλους δύο από την άλλη μεριά, έχοντας τις άκρες τους ίσες. Τότε τραβάνε και αναγκαστικά ο ένας θα τραβήξει το κοντό και ο άλλος το μακρύ. Υπάρχουν τώρα και οι εκδοχές κατά τις οποίες η φράση ο άλλος το μακρύ του και ο άλλος το κοντό του, λέγεται γι αυτούς που έχουν διαφορετική γνώμη, κι ο ένας το περιγράφει σαν μακρύ και ο άλλος σαν κοντό. Κατά την άλλη εκδοχή η πλήρης φράση θα έπρεπε να είναι ο ένας λέει το μακρύ του λόγο και ο άλλος τον κοντό του κι έτσι δε συνεννοούνται. Ανεξάρτητα, όμως του ότι ποτέ δεν λέμε όταν συζητάμε, ότι λέω το μακρύ μου ή τον κοντό μου λόγο, υπάρχει και το ουδέτερο κοντό, που μεν προσαρμόζεται στο κοντό ξυλαράκι, όχι όμως και προς τον αρσενικού γένους λόγο.

Μου έψησε το ψάρι στα χείλη

Ο λαός του Βυζαντίου γιόρταζε με μεγάλη κατάνυξη και πίστη όλες τις μέρες στης Σαρακοστής. Το φαγητό του ήταν μαρουλόφυλλα βουτηγμένα στο ξίδι, μαυρομάτικα φασόλια, φρέσκα κουκιά και θαλασσινά. Στα μοναστήρια, όμως ήταν ακόμη πιο αυστηρά, αν και πολλοί καλόγεροι, που δεν μπορούσαν να κρατήσουν περισσότερο τη νηστεία, έκαναν πολλές φορές κρυφές αμαρτίες και έτρωγαν αυγά ή έπιναν γάλα. Αν τύχαινε, όμως κανένας από αυτούς να πέσει στην αντίληψη των άλλων, καταγγελόταν αμέσως στο ηγουμενοσυμβούλιο και καταδικαζόταν στις πιο αυστηρές ποινές. Κάποτε, λοιπόν, ένας καλόγερος, ο Μεθόδιος, πιάστηκε να τηγανίζει ψάρια μέσα σε μια σπηλιά, που ήταν κοντά στο μοναστήρι. Το αμάρτημα του θεωρήθηκε φοβερό. Η τιμωρία του ήταν, να του γεμίσουν το στόμα με κάρβουνα και να του βάλουν ένα ωμό ψάρι να ψηθεί. Ο καλόγερος φυσικά πέθανε μετά από λίγο, αλλά ωστόσο έμεινε η φράση "μου έψησε το ψάρι στα χείλη".

Με το "νι" και με το "σίγμα"

Παλαιότερα, όταν τα παιδιά μάθαιναν υποκοριστικά, ο δάσκαλος τους έλεγε ότι η αρχική τους κατάληξη ήταν σε -ιο και ότι στα μεσαιωνικά χρόνια ήταν σε –ιον και –ιν, για να καταλήξει στο τέλος το απλό –ι . Π.χ. παιδίον, παιδίν, παιδί. Επίσης, ότι ο τύπος των θηλυκών τριτόκλιτων ήταν σε –ις και κατέληξε να φύγει το τελικό –ς. Π.χ. πόλις, πόλι. Όταν στους τελευταίους αιώνες άρχισαν να γράφουν το χέρι, το πόδι, χωρίς το –ν και η πίστι, η πόλι. Χωρίς το –ς, οι τύποι που είχαν το νι και το σίγμα θεωρούνταν οι πιο σωστοί και οι κομψότεροι. Γι’ αυτό όποιος μιλούσε με το νι και με το σίγμα, μιλούσε σωστά και τέλεια. Απ’ αυτό, λοιπόν, βγήκε η φράση «του τα είπα με το νι και με το σίγμα».

Πέτυχε λαβράκι

Έκανε, δηλαδή, δημοσιογραφική επιτυχία. Πέτυχε σπουδαία είδηση. Η φράση προέρχεται από το ψάρι λαβράκι, που είναι ένα από τα πάρα πολύ νόστιμα και όμορφα ψάρια της θάλασσας και δεν είναι εύκολο το πιάσιμό του. Ψαρεύεται με την καθετή πιο εύκολα στα θολά νερά. Υπάρχουν, επίσης, οι φράσεις: «Αυτό είναι λαβράκι», όταν θέλουμε να πούμε ότι είναι όμορφο ή τις κοπέλες που περνούν από μπροστά σου και τις βρίσκεις ωραίες, με όμορφο σώμα, τις αποκαλείς «λαβράκι». Κάτι παρόμοιο με το «μπαρμπουνάρα μου» κλπ.

Έχασε τ’αβγά και τα καλάθια

Για κάποιον που τρομάζει ή που σαστίζει εύκολα, λέμε συνήθως ότι, «έχασε τ’αβγά και τα καλάθια». Η φράση αυτή έμεινε από το 1688, όταν την Αθήνα την είχε καταλάβει ο Μοροζίνης με τα στρατεύματα του. Την εποχή εκείνη είχε πέσει πανώλη και τα κρούσματα ήταν χιλιάδες. Οι στρατιώτες του Μοροζίνη άρχισαν ν’αποδεκατίζονται στην κυριολεξία. Όλα τα χωράφια, είχαν γίνει νεκροταφεία. Πολλοί λοιπόν, Αθηναίοι, για να σωθούν, πήραν τις οικογένειες τους και τράβηξαν σε διάφορα νησιά. Ανάμεσα σ’αυτούς ήταν και ο Ιωάννης Ντερζίνης ή Ντερτσίνης που έκανε εμπόριο αβγών. Για να μην αφήσει όμως το εμπόρευμα του να χαλάσει, αποφάσισε να το πάρει μαζί του, με την ελπίδα να το πουλήσει στα νησιά. Αλλά στον δρόμο τους επιτέθηκαν Αλγερινοί κουρσάροι και τους έπιασαν. Όσοι από τους ταξιδιώτες ήταν νέοι και γέροι, κρατήθηκαν αιχμάλωτοι και μεταφέρθηκαν στο Αλγέρι. Τον Ντερτσίνη, που ήταν γέρος και άρρωστος, τον άφησαν ελεύθερο. Έτσι αναγκάστηκε να γυρίσει ξανά πίσω στην Αθήνα. Φυσικά, πολλοί ενδιαφέρθηκαν τότε να μάθουν για την τύχη των συγγενών τους και τον επισκέπτονταν σπίτι του, για να τους πει τα καθέκαστα. Σε μια Αθηναία, λοιπόν, που είχε χάσει τον άντρα της και έκλαιγε σπαρακτικά, ο Ντερτσίνης της είπε. -Η αφεντιά σου, κλαις για τον άντρα σου. Αμ τι να πω εγώ ο κακομοίρης, που’χασα τ' αβγά και τα καλάθια; Έτσι η φράση του αγαθού αυτού αβγουλά, έμεινε μέχρι τα χρόνια μας, με διαφορετική όμως σημασία.

Μ’ έκανε άνω κάτω

Όταν, για πρώτη φορά, ο Χριστόφορος Κολόμβος προσπάθησε ν’ αποδείξει στην Ακαδημία της Σαλαμάγκας, ότι η γη είναι όμοια με αιωρούμενη σφαίρα, κάποιος σοφός της εποχής εκείνης διάβασε μια περικοπή από ένα χειρόγραφο του επισκόπου Λακταντίου, που πέθανε στα 1430:«Τις εστί τοσούτον μωρός, ώστε να πιστεύει εις την ύπαρξιν αντιπόδων ανθρώπων, δηλαδή εχόντων τους πόδας εστραμμένους προς τους ημετέρους ή λαού βαδίζοντος με τους πόδας μεν προς τον ουρανόν, την κεφαλήν δ’ επί της γης, ενώ τα πράγματα είσίν άνω κάτω, η δε βροχή, η χιών και η χάλαζα να εξακοντίζονται εις τον αέρα;», δηλαδή «Ποιος είναι τόσο ανόητος, που να πιστεύει στην ύπαρξη ανάποδων ανθρώπων, δηλαδή ανθρώπων που έχουν τα πόδια τους στραμμένα προς τα δικά μας ή λαού που να βαδίζει με τα πόδια προς τον ουρανό και το κεφάλι προς τη γη, ενώ τα πράγματα είναι άνω κάτω, η δε βροχή, το χιόνι και το χαλάζι εξακοντίζονται στον αέρα;». Η παράγραφος αυτή έκανε τέτοια εντύπωση, ώστε από τότε έμειναν οι φράσεις: «άνω κάτω» ή «μ’ έκανες άνω κάτω».

Στο στόμα του λύκου

Αρχαία παροιμιώδης φράση: "εκ λύκου στόματος". Σύμφωνα με το Λεξικό της Ελληνικής του Αθαν. Σακελλαρίου λέγεται επί των ανελπίστως τι λαμβανόντων. Πολλά έθιμα του ελληνικού χώρου βασίζονται στην αντίληψη ότι το στόμα του λύκου συμβολίζει το μέγιστο κίνδυνο από τον οποίο μπορεί να γλιτώσει κάποιος. Συναντάται και ως: «Από το στόμα του λύκου».

Μάζευε και ας ειν' και ρόγες

Κάποιος μεγάλος αμπελοκτήμονας από τα Σπάτα της Αττικής , λέει η Ιστορία , με πολλά στρέμματα δικά του, μάζευε, κάθε χρόνο, ένα σωρό διαλεχτά σταφύλια. Κι έτσι από συνήθεια άφηνε πάνω στα κλήματα τα μικρά τσαμπιά να τα μαζεύουν οι φτωχοί του χωριού. Ήρθε όμως, μια δύσκολη χρονιά , που η σοδειά του ήταν λιγοστή και οι απολαβές ελάχιστες. Σε ερώτηση του γιου του αν έπρεπε να μαζεύουν και τα μικρά τσαμπιά, λέγεται πως ο πατέρας απάντησε: "Μάζευε κι ας είν΄ και ρόγες".

Έμεινε στα κρύα του λουτρού

Σε μια κοινωνία με τόσο ελαστικές αρχές, όπως ήταν το Βυζάντιο, τα μικτά λουτρά -όχι στη θάλασσα αλλά στις πισίνες- ήταν κάτι το πολύ συνηθισμένο. Δεν έχει παρά να διαβάσει κανείς τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, που σαν σεβαστός ιεράρχης διαμαρτύρεται εντονότατα εναντίον των «μπαιν μιξτ» της εποχής του: «Κοινά δε ανέωκται ανδράσι ομού και γυναιξί συλλούονται και δούλοις γυμνοί αποδύονται και ανατρίβονται ύπ' αυτών». Τα λουτρά ήταν μαρμάρινα, με γούρνες ασημένιες και με ζεστό και κρύο νερό. Αναγκάστηκε όμως, να επέμβει η Εκκλησία. Η Σύνοδος της Λαοδικείας, στο λ' κανόνα της, κάνει πολύ αυστηρές απαγορεύσεις. Μεταξύ άλλων, απαγορεύει στους κληρικούς, τους καλόγερους και τους λαϊκούς, να λούζονται μαζί με τις γυναίκες: «Ει δε τις επί τούτω φοραθείη, ει μεν κληρικός είη καθαιρείσθω, ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω». Τις πρώτες, ωστόσο, μέρες της απαγόρευσης, παρόλο τον αφορισμό, πολλοί αδιαφορούσαν και πήγαιναν να πάρουν εκεί το μπάνιο τους. Αλλά μόλις άρχιζαν το λούσιμο τους, κοβόταν το ζεστό νερό και έτρεχε μόνο κρύο. Από αυτό, βγήκε και η φράση: «έμεινε στα κρύα του λουτρού», που τη λέμε για εκείνους που είναι βέβαιοι για την καλή έκβαση μιας υπόθεσης -κυρίως αισθηματικής- και την τελευταία στιγμή τα χάνουν όλα. Μία δεύτερη εκδοχή είναι : Στα Βυζαντινά χρόνια, εκείνος που πήγαινε να λουσθεί στα γνωστά ατμόλουτρα, τα «χαμάμ» όπως τα λένε τούρκικα, δεν έμπαινε αμέσως στον πολύ θερμό χώρο, ούτε πάλι έβγαινε αμέσως στην ύπαιθρο. Κατά παλιά ρωμαϊκή παράδοση περνούσε πριν από άλλα δυο διαμερίσματα, που ο Γαληνός τα ονομάζει « ο ί κ ο υ ς » και τα οποία είχαν διαφορετική θερμοκρασία. Κι αυτό γινόταν, για να προφυλάγονται, φυσικά. Έτσι, όταν κανείς έπαιρνε το λουτρό του, έμπαινε μετά στο λεγόμενο «ψυχρολούσιον» ή κρύον, όπου ο αέρας ήταν ψυχρός, όσο και ο ατμοσφαιρικός. Ύστερα από λίγο πάλι, προχωρούσε στο λεγόμενο «χλυαροψύχιον» όπου η θερμοκρασία ήταν μεγαλύτερη. Εκεί του άλειφαν το σώμα με διάφορες κρέμες κι έμπαινε στη συνέχεια, στο ζεστό χώρο, όπου του έκαναν εντριβή. Συνέβαινε όμως καμιά φορά, αυτός που ήθελε να λουσθεί και βρισκόταν ακόμα στο διαμέρισμα, δηλαδή στο «χλιαροψύχιον» ή το «κρύον» κανένα έκτακτο γεγονός, όπως σεισμός, επιδρομή ή διάδοση μιας δυσάρεστης είδησης, οπότε το λουτρό διακοπτόταν στην αρχή του. Έμενε δηλαδή, ανεκπλήρωτος κατ' επέκταση ο σκοπός για τον οποίο είχε πάει εκεί. Γι' αυτό ακόμα και σήμερα λέμε για κάποιο που οι επιθυμίες του έμειναν ανεκπλήρωτες -ανικανοποίητες από την αρχή ότι: «έμεινε στα κρύα του λουτρού». 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.